Επιδιδυμίτιδα

H επιδιδυμίτιδα στα παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών είναι σπάνια. Σε ποσοστό 35% περίπου με επιδιδυμίτιδα συνυπάρχουν ανωμαλίες του ουροποιογεννητικού συστήματος, όπως οι έκτοποι εκσπερματιστικοί πόροι, οι έκτοποι ουρητήρες, οι ανωμαλίες του προστατικού κόλπου, της ουρήθρας, των σπερματικών πόρων κ.α. Γι’ αυτό ο έλεγχος του συστήματος αυτού θεωρείται επιβεβλημένος. Σημειώνεται ότι η συχνότητα συνύπαρξης συγγενών ανωμαλιών του ουροποιογεννητικού συστήματος με την επιδιδυμίτιδα αυξάνει αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία των παιδιών.

Έχουν αναφερθεί διάφοροι οδοί μόλυνσης της επιδιδυμίδας όπως η αιματική, η λεμφική, η ιατρογενής (μετά από ενδοσκοπικούς χειρισμούς), η μετατραυματική, αλλά και η παλινδρόμηση των ούρων από την οπίσθια ουρήθρα στους εκσπερματιστικούς πόρους και από εκεί στον σπερματικό πόρο και ή σπερματοδόχους κύστεις.

Tα παιδιά με επιδιδυμίτιδα είναι συνήθως άνω των 6 χρονών και κλινικά παρουσιάζονται με σταδιακά αυξανόμενο άλγος, οίδημα και ερυθρότητα του πάσχοντα οσχέου, πυρετό και συχνά με κυστικά ενοχλήματα. Eργαστηριακά παρουσιάζεται μικροβιουρία και λευκοκυττάρωση, η οποία ωστόσο είναι παρούσα στο 50% μόνον των περιπτώσεων.

H διαφορετική διάγνωση πρέπει να γίνει από τις άλλες παθήσεις του οσχέου και κυρίως από τη συστροφή του όρχεως, γι’ αυτό και συχνά γίνεται χειρουργική διερεύνηση του οσχέου. Στα παιδιά της προεφηβικής ηλικίας το συνηθέστερο παθογόνο μικρόβιο είναι το κολοβακτηρίδιο. Στα άτομα ηλικίας κάτω των 40 ετών αυξημένη γενετήσια δραστηριότητα οι πιο συνηθισμένοι αιτιολογικοί παθογόνοι μικροοργανισμοί είναι τα χλαμύδια, ενώ στους άνδρες πάνω από τα 40 είναι τα κοινά αρνητικά κατά Gram μικρόβια του κατώτερου ουροποιητικού σωλήνα.